Mythos
Mythos

Όταν η Ντιναμό Κιέβου ταπείνωνε τους Ναζί στο Κίεβο το 1942

By on August 9, 2017
κιεβο

Ήταν 9 Αυγούστου του 1942. Στο βιβλίο της ιστορίας της Ντιναμό Κιέβου, θα υπάρχει πάντοτε ένα μεγάλο κεφάλαιο αφιερωμένο στους ηρωικούς ποδοσφαιριστές της ομάδας που αψήφισαν τον ίδιο το θάνατο για να υπερασπιστούν την τιμή τους. Στις 9 Αυγούστου του 1942, μια χούφτα ποδοσφαιριστών από το Κίεβο ταπείνωσαν τους ναζί με τίμημα τη ζωή τους.
Έχει καταγραφεί στην ιστορία σαν μια από τις περιπτώσεις που ένας ποδοσφαιρικός αγώνας ξεφεύγει από τα στενά πλαίσια ενός αθλητικού γεγονότος. Αντίθετα, το αποτέλεσμα δεν έχει να κάνει μόνο με την επιτυχία στον αγωνιστικό χώρο, αλλά με την αντίστοιχη στη μάχη της υπεράσπισης των ιδεών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα, στην υπεράσπιση του σοσιαλισμού, της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας. Μιας μάχης που στο τέλος μπορεί να περιμένει ο θάνατος, αλλά όταν αυτό γίνεται για τα ιδανικά τότε ακόμα και το τέλος περιβάλλεται με τιμή. Η ιστορία του περίφημου «αγώνα του θανάτου» στο κατεχόμενο από τους ναζί Κίεβο το 1942, όπου κατέληξε στην εκτέλεση 15 Σοβιετικών ποδοσφαιριστών από την Ουκρανία, αφού τόλμησαν να αμφισβητήσουν με συγκεκριμένο τρόπο τους κατακτητές, είναι συγκλονιστική. Αλλά και διδακτική. Γιατί δείχνει ότι μια χούφτα άνθρωποι γαλουχημένοι με τις αρχές της Οκτωβριανής Επανάστασης δεν υπέκυψαν και δεν πρόδωσαν τα ιδανικά τους ούτε όταν βρέθηκαν… κατάφατσα με το θάνατο.

Η αρχή

Καλοκαίρι του 1941. Ο πλανήτης έχει παραδοθεί για τα καλά στις φλόγες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι καταστροφές, οι δυστυχίες, οι θάνατοι, όλα ανυπολόγιστα και το ανθρώπινο είδος βυθίζεται στο σκοτάδι που το ίδιο προκάλεσε. Στην Ευρώπη οι δυνάμεις του Χίτλερ προελαύνουν, και το Σεπτέμβρη της ίδια χρονιάς καταλαμβάνουν ένα σημαντικό κέντρο της Σοβιετικής Ένωσης: την πόλη του Κιέβου.

Η πείνα, η εξαθλίωση αλλά και οι εκτελέσεις σε καθημερινή βάση είναι η πραγματικότητα στην ουκρανική πόλη που στενάζει κάτω από το ζυγό των ναζί, ενώ η επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα» βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Κατά την κατάκτηση του Κιέβου οι ναζί πιάνουν περίπου 630.000 αιχμαλώτους ανάμεσά τους και πολλούς αθλητές που ανήκουν στην ομάδα της Ντιναμό Κιέβου. Μιας ομάδας που είχε ιδρυθεί το 1927 από δυο νεαρούς Σοβιετικούς αξιωματικούς της αστυνομίας προκειμένου και στο Κίεβο (όπως και σε άλλες πόλεις) να υπάρχει παράρτημα του αθλητικού σωματείου Ντιναμό Κλαμπ που είχε ιδρύσει η Σοβιετική Αστυνομία.

Μάλιστα, το γεγονός ότι οι περισσότεροι αθλητές αιχμάλωτοι ήταν αστυνομικοί έκανε τους ναζί να τους θεωρήσουν επικίνδυνους μπολσεβίκους και φυσικά έτυχαν… ειδικής μεταχείρισης. Ομως, η τύχη έπαιξε ένα καθοριστικό παιχνίδι. Ο επικεφαλής ενός αρτοποιείου, που είχαν ανοίξει οι ναζί για τις ανάγκες του στρατού και δούλευαν Ουκρανοί εργάτες, Γιόζεφ Κόρντιτς είχε μια απρόοπτη και καθοριστική συνάντηση. Ξαφνικά συνάντησε ένα πρωί σε άθλια κατάσταση από τις κακουχίες και τραυματισμένο από τον πόλεμο, ίσως το μεγαλύτερο όνομα της προπολεμικής ποδοσφαιρικής Ντιναμό Κιέβου (αλλά και του τότε σοβιετικού ποδοσφαίρου) το Νικολάι Τρούσεβιτς. Αφού τον πήρε στο αρτοποιείο όπου ανάμεσα στους εργάτες υπήρχαν αρκετοί αθλητές της ομάδας του Κιέβου, η ιδέα της συγκρότησης μιας ποδοσφαιρικής ομάδας άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά στις αρχές του 1942. Ο Τρούσεβιτς άρχισε να ψάχνει για πρώην συμπαίκτες που ίσως να είχαν επιζήσει της γερμανικής επιδρομής όπως και για υπόλοιπους γνωστούς του παίκτες από άλλες ομάδες. Σε λίγο καιρό είχαν συγκεντρωθεί αρκετοί τόσο από την Ντιναμό όσο και από άλλους συλλόγους.

Την ίδια εποχή, στα πλαίσια της προπαγάνδας των ναζί στην πόλη και με τη βοήθεια ενός δοσίλογου του Ουκρανού εθνικιστή και πρώην ποδοσφαιριστή του Γκιόργκι Σβετσόφ επανέφεραν το ποδόσφαιρο στην πόλη δημιουργώντας παράλληλα και μια ομάδα τη Ρουχ. Ο Σβετσόφ προσπάθησε να πείσει όσους παίκτες ήταν στο αρτοποιείο και αποτελούσαν σπουδαία ονόματα του ποδοσφαίρου (ιδιαίτερα μάλιστα τον Τρούσεβιτς) να ενταχθούν στην ομάδα κυρίως για προπαγανδιστικούς λόγους.

Το γεγονός όμως ότι ήταν συνεργάτης των Γερμανών και οι υπόλοιποι ποδοσφαιριστές της Ρουχ ήταν ομοϊδεάτες του δεν ενθουσίασε τους πρώην Σοβιετικούς ποδοσφαιριστές που με μπροστάρη τον Τρούσεβιτς αρνήθηκαν και δημιούργησαν τον δικό τους σύλλογο.

Ο Τρούσεβιτς γνώριζε εξ’ αρχής πάνω σε ποιους θα βασιζόταν, και απευθύνθηκε ευθύς στους παλιούς του συμπαίκτες της Ντιναμό, που αγωνίζονταν μαζί πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Ο Αλεξέι Κλιμένκο, ο νεαρός αμυντικός Μιχαήλ Σβιριντόφσκι, ο ασημένιος Ολυμπιονίκης Μιχαήλ Πουτίστιν, ο Νικολάι Κορότκιχ, ο Μακάρ Γκοντσαρένκο και το “κτήνος” Ιβάν Κουζμένκο, θα αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της νέας ομάδας. Παρέα και άλλοι τρεις από τη Λοκομοτίβ Κιέβου που έτρεξαν στο κάλεσμα του Τρούσεβιτς, οι Μιχαήλ Μέλνικ, Βλάντιμιρ Μπαλάιν και Βασίλι Σουκάρεφ.

Και το όνομα; Φυσικά δεν θα μπορούσε να είναι το “Ντιναμό”, καθώς αυτομάτως παρέπεμπε στις αστυνομικές δυνάμεις της Σοβιετικής Ένωσης απ’ όπου και προερχόταν όντως ο σύλλογος, κάτι που θα προκαλούσε φρενίτιδα στους κατακτητές. Το όνομα της ομάδας θα ήταν Σταρτ, με τη λέξη να έχει ανάλογη σημασία με την αγγλική γλώσσα, δηλαδή αρχή. Έτσι ο Νικολάι Τρούσεβιτς και οι συμπαίκτες του θα έκαναν μια νέα αρχή παίζοντας ποδόσφαιρο, αποδρώντας έστω και για λίγες ώρες από τη μιζέρια του πολέμου και της καθημερινής βιοπάλης.
Toν Ιούνιο του 1942 ορίζεται η έναρξη του λεγόμενου ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος Κιέβου με τον πρώτο αγώνα να είναι αυτός μεταξύ της Ρουχ και της Σταρτ. Για τον δοσίλογο Σβετσόφ το παιχνίδι είναι ένα μεγάλο στοίχημα, προκειμένου να τιμωρήσει την άρνηση των σοβιετικών αθλητών αλλά και να γίνει πιο αρεστός στους ναζί εάν η Ρουχ νικούσε. Οι παίκτες της Ρουχ ήταν κατάλληλα προετοιμασμένοι. Άδειες από τις δουλειές τους, καλύτερο υλικό εξοπλισμό, οργανωμένη προπόνηση.

Στην αντίπερα όχθη, οι παίκτες της Σταρτ εκτός από τις μάλλινες φανέλες που κάπου είχαν βρει εγκαταλειμμένες τίποτα άλλο οργανωμένο. Ο καθένας ό,τι παπούτσια έβρισκε, προπόνηση στα διαλείμματα της δουλειάς (αφού το αρτοποιείο οι ναζί το ήθελαν ανοιχτό 24 ώρες). Ομως είχαν κάτι άλλο… Το πάθος να υπερασπιστούν τα ιδανικά τους. Κάτι που φάνηκε στα λόγια του Τρούσεβιτς λίγο πριν τον αγώνα, αφού σύμφωνα με μαρτυρίες τόνισε στους συμπαίκτες τους. “Δεν έχουμε όπλα να τους πολεμήσουμε. Θα παίξουμε με τα χρώματα της σημαίας μας. Οι φασίστες θα καταλάβουν ότι αυτό το χρώμα είναι ανίκητο”. Και πραγματικά το τελικό σκορ 7-2 υπέρ της Σταρτ μαρτυράει το τι έγινε στο γήπεδο. Και ήταν μόνο η αρχή.

Το επόμενο παιχνίδι έλαβε χώρα στο στάδιο “Ζενίτ” του Κιέβου, όπου η Σταρ διέλυσε μια ομάδα Ούγγρων (σύμμαχοι των Γερμανών) με σκορ 6-2. Επόμενος αντίπαλος ακόμα μια μεικτή, αυτή τη φορά από Ρουμάνους στρατιώτες, η οποία έφυγε με έντεκα γκολ στο κεφάλι από τους ήρωες του Κιέβου. Όταν όμως ο Τρούσεβιτς και οι υπόλοιποι νίκησαν την γερμανική PGS, τότε η ψυχολογία του λαού άλλαξε για τα καλά. Αν και… περιορισμένος από του Ναζί, ο Τύπος της χώρας αναγνώριζε τα κατορθώματα της Σταρτ, με αποτέλεσμα να εξυψώνεται το ηθικό των υπόδουλων Ουκρανών. Ακολούθησαν οι νίκες επί μιας ομάδας Ρουμάνων στρατιωτών (επίσης συνεργάτες) με 11-0 και μιας επίλεκτης του γερμανικού στρατού με 6-0.

Οι συνεχείς επιτυχίες αυτών των… επίλεκτων κακομοίρηδων και η ανταπόκριση του κόσμου που τους θεωρούσε λαϊκά ινδάλματα δεν έκατσε καθόλου καλά στους Γερμανούς, οι οποίοι αποφάσισαν να βάλουν φρένο στην αήττητη πορεία τους. Προς απάντηση λοιπόν της Σταρ, ήρθε στο Κίεβο η έχουσα τη φήμη ανίκητης ομάδας, Φλάκελφ, που ήταν η επίσημη ποδοσφαιρική εκπρόσωπος της γερμανικής αεροπορίας.

Στις 6 Αυγούστου του 1942, Φλάκερφ και Σαρτ βρέθηκαν αντιμέτωπες, με τους Ουκρανούς να επικρατούν με χαρακτηριστική άνεση των στρατιωτών-αθλητών του Γ’ Ράιχ και σκορ 5-1. Αδύνατον. Η Αρία φυλή, οι αρρενωποί ξανθοί και γυμνασμένοι στην εντέλεια άντρες του Χίτλερ να ταπεινώνονται τοιουτοτρόπως από ένα μάτσο υπόδουλους τιποτένιους μπαλαδόρους;

Το χαστούκι στην αίσθηση της γερμανικής υπεροχής ανησυχητικά ηχηρό, και πλέον τα πράγματα είχαν σοβαρέψει. Ήταν πια κάτι παραπάνω από δεδομένο, ότι οι Γερμανοί θα ζητούσαν εκδίκηση με κάθε μέσο.

“Ηττηθείτε ή θα πεθάνετε”

Η ρεβάνς προγραμματίστηκε για τρεις μέρες αργότερα, στις 9 Αυγούστου. Η σημασία που είχε αποκτήσει η αναμέτρηση έκανε μαζική τη προσέλευση στο γήπεδο “Ζενίτ” του Κιέβου. Χαρακτηριστικό είναι ότι τα φυλλάδια που τύπωσαν οι Ναζί ανέφεραν τη λέξη “εκδίκηση” κάτω από την αναγγελία του ποδοσφαιρικού αγώνα, δείγμα του πόση σημασία έδιναν σε ένα γεγονός που πριν ήταν χόμπι του στρατού, αλλά τώρα πια μέσο πολιτικής προπαγάνδας.
Πριν το ματς, ένας άνδρας με στολή των S.S. εισήλθε στα αποδυτήρια της Σταρτ για να μεταφέρει ένα ξεκάθαρο μήνυμα στους ποδοσφαιριστές: “Είμαι ο διαιτητής του σημερινού αγώνα. Ξέρω ότι είστε μια πολύ καλή ομάδα. Σας παρακαλώ ακολουθήστε τους κανόνες, μην παραβείτε κανέναν, και πριν την έναρξη χαιρετίστε τους αντιπάλους σας με τον τρόπο το δικό μας”.

Το δίλημμα ήταν εμφανές. Ή μήπως δεν υπήρχε ποτέ κανένα δίλημμα; Μάλλον το δεύτερο ισχύει γιατί ο Νικολάι Κορότκιχ, ο Ιβάν Κουζμένκο, ο Μακάρ Γκοντσαρένκο, ο Νικολάι Τρούσεβιτς και οι υπόλοιποι παίκτες της Σταρτ, παρουσιάστηκαν αποφασισμένοι να αγωνιστούν για την τιμή τη δική τους, της πόλης τους και τη χώρας τους εν γένει.

Το έδειξαν ευθύς εξ’ αρχής, αφού στο χαιρετισμό των ομάδων, αντί για “Hail Hitler” οι Ουκρανοί βροντοφώναξαν“Fizcult Hura”, τον αντίστοιχο σοβιετικό χαιρετισμό! Άπαντες αντιλήφθηκαν ότι θα τα έπαιζαν όλα για όλα. Πέραν του διαιτητικού στησίματος και των ξεκάθαρων απειλών εκ μέρους των Γερμανών, οι παίκτες της Σταρτ ήταν εργάτες που δούλευαν ολημερίς για ένα ξεροκόμματο και όχι επαγγελματίες αθλητές, όπως οι της Φλάκελφ.
Οι Ναζί αντιπαρέταξαν δύναμη και αντιαθλητικά μαρκαρίσματα στο τεχνικό επίπεδο των Ουκρανών, με τον γκολκίπερ Τρούσεβιτς να μένει αναίσθητος για μερικά λεπτά μετά από ένα χτύπημα εκτός φάσης. Το θεαματικό γκολ όμως του Κουζμένκο που τάραξε τα γερμανικά δίχτυα, έδωσε αέρα υπεροχής στη Σταρτ, η οποία και πήγε προηγούμενη με 3-1 στο ημίχρονο.

Στην ανάπαυλα οι Ουκρανοί δέχθηκαν και δεύτερη γερμανική επίσκεψη, αυτή τη φορά από άνθρωπο των SS παρέα με τον προδότη και συνεργάτη των κατακτητών, Γκέοργκ Σβετσόφ. Ο Σβετσόφ παρότρυνε τον Τρούσεβιτς και τους υπόλοιπους να δώσουν το ματς, και ο Γερμανός τους επεσήμανε να σκεφτούν τις συνέπειες σε περίπτωση που πράξουν αντίθετα.

Το δεύτερο ημίχρονο είχε από δυο γκολ για την κάθε ομάδα, με το σκορ να διαγράφεται 5–3 υπέρ της Σταρτ, ωστόσο στο τέλος συνέβη η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Ο αμυντικός Αλεξέι Κλιμένκο τη μπάλα και αφού πέρασε όλη τη γερμανική άμυνα και τον τερματοφύλακα έφτασε μέχρι τη γραμμή και κοντοστάθηκε. Τότε, αντί να σκοράρει κλότσησε τη μπάλα προς το κέντρο. Ο διαιτητής των SS σφύριξε πριν καν συμπληρωθούν τα ενενήντα λεπτά, και όλοι προσπαθούσαν να αφουγκραστούν ποια θα ήταν η τύχη των νικητών.

Την ίδια ώρα Γερμανοί αξιωματούχοι και στρατιώτες δεν μπορούν να κρύψουν την ταπείνωση. Και αποφασίζουν να δράσουν… Σταδιακά μετά τις 9 Αυγούστου, οι ποδοσφαιριστές της Σταρτ συλλαμβάνονταν για ανάκριση κατηγορούμενοι ότι συνεργάζονταν με τη Σοβιετική αστυνομία. Η κατάσταση χειροτέρεψε όταν ο Τρούσεβιτς και η παρέα του νίκησαν με 8-0 τη Ρουχ, την ομάδα του αφεντικού του Σβετσόφ, και φίλου των Γερμανών. Ο Κορότκιχ πέθανε στη διάρκεια των βασανιστηρίων από τους Ναζί(άλλη εκδοχή τον θέλει να έχει ήδη συλληφθεί πριν τον αγώνα) και οι υπόλοιποι μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου οι άλλοτε συνάδελφοι στο φούρνο και συμπαίκτες στο γήπεδο, Κουζμένκο, Κλιμένκο, Τρούσεβιτς εκτελέστηκαν μερικούς μήνες αργότερα.

“Ο Αγώνας του Θανάτου”, ήρθε στο φως της δημοσιότητας 16 χρόνια μετά τη διεξαγωγή του, από ένα άρθρο Ουκρανού δημοσιογράφου σε εφημερίδα του Κιέβου. Ταινίες δημιουργήθηκαν εμπνευσμένες από το εν λόγω συμβάν, βιβλία γράφτηκαν και το όλο γεγονός πέρασε στη σφαίρα του θρύλου, διόλου άδικα. Το 2005 μάλιστα, η Εισαγγελία του Αμβούργου έκλεισε την υπόθεση, με την ετυμηγορία να αναφέρει πως δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι οι ποδοσφαιριστές της Σταρτ δολοφονήθηκαν από τους Ναζί εξαιτίας της νίκης τους, κάτι που αποτελεί μια ακόμη τρανή περίπτωση γερμανικής ασυλίας στα εγκλήματα της τότε πολιτικής ηγεσίας της χώρας.

Βγαίνοντας κανείς από την κύρια έξοδο του πρώην σταδίου “Ζενίτ” και νυν “Σταρτ” στο Κίεβο, βλέπει στα δεξιά του ένα άγαλμα που αναπαριστά την εικόνα τεσσάρων ποδοσφαιριστών, που στέκονται αιώνιο σύμβολο θάρρους και αυταπάρνησης. “Η δόξα σας δεν θα ξεθωριάσει στους αιώνες…” αναφέρει η επιγραφή, για εκείνους τους ανθρώπους που μπόρεσαν να μη δειλιάσουν, κοιτάζοντας κατάματα το θάνατο.

κιεβο 2 κιεβο 3