Mythos
Mythos

Σήμα μνήμης στον καπετάνιο, Γιώργο Ζαχαράτο

By on January 19, 2018
πενθος

Ο θείος μου, ο Γιώργος ο Ζαχαράτος, ο καπετάνιος, έφυγε. Ζήτησα από τις ιστοσελίδες της Κεφαλονιάς να περάσουν την είδηση, πρώτο σαν σήμα μνήμης, στον διαδικτυακό κάμπο, δεύτερο σαν εύφημη δημόσια παρηγορία, στην Θεία μου, τις Εξαδέλφες, την Αδελφή του και την Μάνα μου, τρίτο σαν πληροφόρηση Κεφαλλήνων φίλων του ανά την υφήλιο μιάς που ο μπάρμπας μου υπήρξε Καπετάνιος της Ανοιχτής Θάλασσας, Πλοίαρχος των Ωκεανών, και «πολλών δ’ανθρώπων ίδεν άστεα καί νόον έγνω», μέλος κι αυτός για χρόνια πολλά, της Οδυσσεϊκής επί της Θαλάσσης κοινότητας των Κεφαλλήνων και τώρα μπαίνει στον πραγματικό Ωκεανό, τού Ελέους τού Θεού.

Κεφαλλονίτης και Άντρας. Μεγαλόψυχος και Δίκαιος.

Τρυφερός και Αυστηρός, όταν αυτό χρειαζόταν.

Έντιμος· Υπεύθυνος· Φερέγγυος· Κύριος.

Καθαρός, χωρίς σκιές.

Πατρικός προς το Πλήρωμα του· Λάτρευε την Οικογένεια του.

Διέθετε το είδος εκείνο της εξυπνάδας που συνδιάζεται με το ένστικτο.

 

Καπετάνιος πραγματικά στην φουρτούνα· είχα την βεβαιότητα

πως σε περίπτωση ναυαγίου θα φρόντιζε πρώτα για κάθε έναν

από το πληρωμά του, και θα εγκατέλειπε τελευταίος το πλοίο του.

Εφάρμοζε με γνώση και ένστικτο τις αρχές διοικήσεως,

και μπορούσε να διδάσκει είτε με τον λόγο του –που ήταν πάντα καίριος-

είτε με την σιωπή του· απλώς με την παρουσία του.

 

Συγχωρέστε με, τα λέω όπως μού’ρχονται.

Η προσωπική συγκίνηση όμως, δεν είναι σε βάρος της αλήθειας.

Όσοι τον γνωρίζουν μπορούν να το βεβαιώσουν·

καθώς κι εκείνοι που ευεργέτησε,

ακόμα και όσοι ενδεχομένως αισθάνονται δύσκολα μπροστά στο μεγάλο.

 

Είχε κυβερνήσει –σε ότι αφορά τις Κεφαλλωνίτικες Εφοπλιστικές Οικογένειες-

καράβια των Βεργωτή και των Λυκιαρδοπουλαίων.

Σε συνεργασία που είχαμε με το Ίδρυμα Βεργωτή, η εκλειπούσσα, κυρία επίσης,

Λίλιαν Βεργωτή, υπεύθυνη τότε του Ιδρύματος, είχε μιλήσει γιά το πρόσωπο

του με σεβασμό, μόλις το όνομα του αναφέρθηκε.

 

Στο σπίτι τού άλλου λεβέντη μπάρμπα μου, Παρασκευά Λασκαράτου

στο Αργοστόλι –ταξίδεψε κι αυτός πριν ένα χρόνο και κάτι- υπήρχε πάντα

μιά φωτογραφία τού Καπετάνιου, που μου την έδειχνε, και μαζί με την επωδό

«Πρέπει να γίνεις καπετάνιος σαν τον μπάρμπα σου τον Γιώργο!» -που από μικρό

με βομβάρδιζε- μου έλεγε: «Τώρα περνάει τους τροπικούς…!»

Και η φωτογραφία σα να ζωντάνευε, κι ανάδυνε ελευθερία κι αρμύρα…

 

Δυστυχώς εμείς οι «αταξίδευτοι ναυτικοί» που έλεγε κι ο Νίκος ο Σουρής,

δε μπορέσαμε να σχίσουμε «τη θολή γραμμή των οριζόντων».

 

Ευτυχώς όμως, σε μιά από της παραστάσεις μου για τους Ριζοσπάστες

της Επτανήσου στο Θέατρο Περοκέ, ήρθες θείε, και όταν σαν σκηνοθέτης

στο τέλος ανέβηκα να χαιρετίσω, έτσι όπως περιστοιχιζόμουν από πλήθος ηθοποιών,

μουσικών και άλλων συνεργατών, πήρα το λόγο και από σκηνής

σου είπα:

«Βλέπεις μπάρμπα, έγινα καπετάνιος με το δικό μου τρόπο.»

Ξέρω ότι τότε είχες χαρεί πολύ.

 

Και συνεχίζοντας αυτόν μας, τον ιδιαίτερο διάλογο, και ξέροντας τον καημό μου

για την θάλασσα, και θέλοντας με λεπτότητα να μου τον απαλύνεις, κάποια στιγμή αργότερα μου είπες:

~«Ξέρεις, η εξέλιξη, τον έχει «φάει» τον «Καββαδία»

~«Τότε δεν είν’εξέλιξη· ότι αφαιρεί την ποίηση απ’τη ζωή μας…»

σου απάντησα.

Και μετά υπομονετικά μου εξήγησες, για τους δορυφόρους που τα μαρτυράνε πια όλα,

για τις επικοινωνίες που δεν «βράζουν» πιά στα αυτιά ενός Μαρκόνι, για τον ανταγωνισμό

της αγοράς και για την πίεση στις προθεσμίες παράδοσης,

για τον ταχύ ρυθμό στο φόρτωμα-ξεφόρτωμα που εξορίζει την μυθολογία των λιμανιών

και της ενδοχώρας, αφού το καράβι δε χρονίζει αρόδου…

 

Μου άφησες ωστόσο μιά ελπίδα,

για το ότι μηχανές είναι και χαλάνε, φωτόνια είναι οι υπολογιστές και χάνονται,

ωκεανός είναι και τον τελευταίο λόγο τον φυλάει για τον εαυτό του, όταν

με στόμα ανοιχτό χάσκει μέσ’την ουρανιοθέμελη καταιγίδα· και τότε·

πάνε περίπατο κι οι δορυφόροι, κι όλο το τεχνουργείο του Ήφαιστου,

και μένει μόνο η ψυχή σου κι ο Θαλασσοκαπετάνιος ο Άη-Νικόλας·

και πρέπει να επιστρατεύσεις γνώσεις ακόμα κι αρχέγονης ναυσιπλοϊας…

Δεν χάθηκε λοιπόν εντελώς η ποίηση…

 

Το μυαλό σου πάντα στην Κεφαλλωνιά!

Στο νοσοκομείο σού είχα πεί μ’αφορμή ένα σχετικό κείμενο μου,

πως αυτά τα Κεφαλλωνιτόπουλα που βολοδέρνουν χωρίς διέξοδο·

που καβαλάνε τις μηχανές τους κι αφήνουν τα σημάδια τού απελπισμένο

υ ηρωισμού τους ένα γύρω στα προσκυνητάρια των δρόμων·

έχουν –παρ’όλο τους το όποιο λάθος- μυαλό και καρδιά λιονταριού.

Στο πρόσωπό σου τότε σχηματίσθηκε ένα μεγάλο επιδοκιμαστικό, ελπιδοφόρο χαμόγελο,

παρόλο που δεν μπορούσες καλά καλά ν’ανασάνεις…

 

Υπέροχο υπόδειγμα Κεφαλλωνίτη κι εσύ ο ίδιος.

Σε ρώτησα τηλεφωνικά λίγο πριν το τέλος, στο σπίτι πιά,

και με ενός είδους ελπίδα ν’ανασαίνει στην ατμόσφαιρα,

αν μπορούμε να’ρθούμε να σε δούμε με την Μητέρα μου. Μ’απάντησες :

«Το ότι πεθαίνω δεν είναι λόγος να μην έρθετε· ειδικά εσείς.»

Κεφαλλωνίτης μέχρι τέλους! Όρθιος στη γέφυρα· χωρίς συμβιβασμούς.

 

Και μετά πάλι στο Νοσοκομείο, μέσα σε απελπιστική πιά κατάσταση,

με τον τρικυμισμό της θάλασσας της ζωής σου στο απόγειο της,

τι ζήτησες; Να ξυριστείς !!! (Να σε ξυρίσουν δηλαδή γιατί δεν μπορούσες.)

 

Τέτοια περιφρόνηση στον θάνατο! Τέτοιος έμπρακτος Κεφαλλωνιτισμός!

Αλλά και δίδαγμα ζωής· το οποίο κι απ’την δική μου μεριά, τής Θάλασσας τής Τέχνης,

μπορώ να επιβεβαιώσω, αφού στην Καπέλα Σιξτίνα ο Μιχαήλ Άγγελος ζωγραφίζει

τον θάνατο ως κωμικό πρόσωπο(!),

επικροτώντας την αποκάλυψη του Χριστού, ότι ουκ έστι θάνατος,

αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν.

 

Θα θυμώμαστε πάντα, όταν με ανυπότακτο τρόπο, στο κρεββάτι του πόνου,

άστραψε φως στο βλέμμα σου και την ψυχή και -που βρήκες την δύναμη;-

όχι μόνον πέταξες αλλά κομμάτιασες τα σωληνάκια του νοσοκομείου·

αδρά, με σοβαρότητα και πλήρη συνείδηση· προκαλώντας αγέρωχα την μοίρα·

και εγείροντας τον συγκινητικό θαυμασμό.

 

Και μετά πάλι πως υποτάχθηκες ξανά στον Γολγοθά, γιά να μην έχουμε

τύψεις ενοχής οι δικοί σου άνθρωποι· πως σε αφήσαμε να φύγεις έτσι.

 

Ο μεγάλος σκηνοθέτης Θεός, έδωσε σημάδι πως ο κύκλος έκλεισε

και το ταξίδι στην άλλη θάλασσα άρχισε, παίρνοντάς σε την ημέρα

των γενεθλίων σου! (17/1)

 

Δεν θα ταφείς προς ώρας θείε στην αγαπημένη σου Κεφαλλωνιά

την οποία τόσο άξια εκπροσώπησες στα μήκη και τα πλάτη των Ωκεανών.

 

Σου υπόσχομαι όμως πως ο ήχος της καμπάνας θα ηχήσει στα Ραζάτα,

στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, απ’ το καμπαναριό που ο Πατέρας σου,

ο παππούς Σπύρος δώρησε στο χωριό·

(και που όλοι οι Κεφαλλωνίτες ναυτικοί στον Πειραιά περνούσαν απ’αυτόν

και πόσους και πόσους δεν είχε ευεργετήσει!)

ενώ το όνομά σου θα δοθεί στην Εκκλησία στην πρώτη λειτουργία.

Υπήρξες πάντα ένας κατ’ουσίαν Χριστιανός.

 

Τελειώνοντας, μιά λέξη ναι μεν γιά όλους τους συγγενείς, και γιά όλους

τους ανθρώπους –η μοίρα κοινή- αλλά ιδιαιτέρως γιά τις αγαπημένες μου

θεία και εξαδέλφες:

 

Περιμένατε· και ο Πατέρας σας πάντοτε επέστρεφε· από την Θάλασσα.

Τώρα περιμένει αυτός να επιστρέψουμε εμείς, εκεί, στην Πραγματική Θάλασσα·

απ’την οποία όλοι μας προήλθαμε.

 

Γεώργιος Κακής Κωνσταντινάτος

Το γένος Ζαχαράτος

γιωργος