Σ.Ε.Ε.Δ.Δ.Ε. – 17ο Ετήσιο Συνέδριο

Την Κυριακή 6 Απριλίου 2014, πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα στο ξενοδοχείο DIVANI CARAVEL, η 17η  Γενική Συνέλευση της Σ.Ε.Ε.Δ.Δ.Ε.. Στο βαρύ κλίμα μετά την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου, που βασικός του στόχος ήταν το άνοιγμα των επαγγελμάτων και η αποδυνάμωση του συνδικαλισμού και στο χώρο του τουρισμού, ήρθε να προσφέρει μια δόση αισιοδοξίας η ομιλία του Προέδρου της Σ.Ε.Ε.Δ.Δ.Ε. κ. Κωνσταντίνου Μπρεντάνου.

 

BRENTANOS

 

Κυρίες και κύριοι,

Εκ μέρους των μελών του Διοικητικού μας συμβουλίου, σας καλωσορίσω στο 17ο Ετήσιο Συνέδριο της Συνομοσπονδίας μας, μέσα από τις εργασίες του οποίου αισιοδοξούμε να μας δοθεί η δυνατότητα να καταγράψουμε τους προβληματισμούς μας και τις ανησυχίες όλων μας και να προωθήσουμε τα θέματα που θα ανακύψουν στα αρμόδια όργανα, προκειμένου να επιτευχθούν οι καλύτερες για τον κλάδο μας λύσεις.

Όπως όλοι γνωρίζουμε, ο τουρισμός αποτελεί τα τελευταία χρόνια την ατμομηχανή της οικονομίας μας και η ανάπτυξή του στηρίζει έμπρακτα την κοινωνική συνοχή και την οικονομική ευημερία πολλών περιοχών της χώρας, που ζουν αποκλειστικά από αυτόν, χωρίς καμία άλλη δυνατότητα εσόδων.

Το 2013 αποτέλεσε μια καλή χρονιά για τον ελληνικό τουρισμό, καθώς, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, την Ελλάδα επισκέφτηκαν 17,9 εκατομμύρια τουρίστες, ενώ τα άμεσα έσοδα ανήλθαν στα 11,8 δισ. ευρώ.

Αυτή η μεγάλη προσέλευση τουριστών οφείλεται ουσιαστικά στην πολιτική σταθερότητα και στην κοινωνική ομαλότητα που επικράτησε στη χώρα μας τη διετία 2012-2013, αλλά και σε ένα μεγάλο ποσοστό στις εξελίξεις σε χώρες της Ασίας, της Βορείου Αφρικής καθώς και στη γειτονική Τουρκία, που σωρευτικά ευνοούν την προσέλευση  μεγαλύτερου αριθμού τουριστών προς τη χώρα μας.

Ωστόσο, παρά το θετικό πρόσημο που σημείωσε ο ελληνικός τουρισμός, υπάρχουν ορισμένα μελανά σημεία, ειδικά στον τομέα των υποδομών και της παροχής υπηρεσιών, στον δημόσιο κυρίως τομέα, που δεν επιτρέπεται να συμβαίνουν σε μια χώρα, που ζει κυριολεκτικά από τον τουρισμό και τα οποία δημιουργούν αρνητικές εντυπώσεις στους επισκέπτες μας και λειτουργούν αρνητικά στην καθημερινότητά τους.

Η κρίσιμη οικονομική κατάσταση που βιώνει η χώρα μας τα τελευταία χρόνια έχει διαιωνίσει τα προβλήματα αυτά, κυρίως στις τουριστικές περιοχές. Ουσιώδεις ελλείψεις παρατηρούνται σε μία σειρά θεμάτων που σχετίζονται με την προστασία του περιβάλλοντος, την καθαριότητα, τις παραλίες, τα πεζοδρόμια, τον φωτισμό, την ηχορύπανση, την υπερτιμολόγηση αγαθών και υπηρεσιών, το ωράριο επίσκεψιμότητας των Μουσείων, θέμα το οποίο δείχνει να αντιμετωπίζεται με λύσεις που προωθεί το αρμόδιο υπουργείο Πολιτισμού, ταλανίζουν τους Έλληνες και ξένους επισκέπτες μας και γίνονται αιτία απαξίωσης των τουριστικών προορισμών μας.

Την όποια αρνητική εικόνα έρχεται φιλότιμα να υπερκαλύψει, εν μέρει, η παραδοσιακή φιλοξενία που προσφέρουν οι επιχειρηματίες των τουριστικών επιχειρήσεων και ειδικότερα οι επιχειρηματίες των μικρών οικογενειακών καταλυμάτων, που έχουν καθημερινή επαφή με τους πελάτες τους.

Οι επιχειρηματίες αυτοί δημιουργούν για τους πελάτες τους το απαραίτητο κλίμα προσφοράς και αποδοτικότητας που αναζητούν και σε συνδυασμό με τις δελεαστικές τιμές που προσφέρουν, βοηθούν τα μέγιστα ώστε οι ίδιοι οι πελάτες να γίνουν διαφημιστές της χώρας μας.

Βέβαια, δεν πρέπει να επαναπαυόμαστε μόνο στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Η πολιτεία σε συνεργασία με τις περιφέρειες και τους δήμους οφείλει να βελτιώσει άμεσα το σύνολο των υποδομών που σχετίζονται με την καθημερινότητα των επισκεπτών μας, ώστε το εγχείρημα των 24 εκατομμυρίων τουριστών το 2022 και των 15 δισ. ευρώ άμεσων εσόδων να γίνει πραγματικότητα.

Η Ελλάδα μπορεί να ενταχθεί στην πρώτη δεκάδα των τουριστικών προορισμών με την αξία της και όχι μέσω διεθνών συγκυριών, που εγκυμονούν τον κίνδυνο της απώλειας του προσδοκώμενου στόχου στα επόμενα χρόνια.

Μέσα σε αυτό το εύφορο τουριστικό οικονομικό περιβάλλον δραστηριοποιούνται και οι μικρές τουριστικές επιχειρήσεις του κλάδου μας, που ανέρχονται σήμερα σε περίπου 40.000, με δυναμικότητα 500.000 κλίνες και οι οποίες αποφέρουν μεγάλη οικονομική στήριξη στην περιφερειακή οικονομία.

Όμως τα τελευταία χρόνια, λόγω των πολλών νομοθετικών αλλαγών που αφορούν κυρίως σε φορολογικά και ασφαλιστικά θέματα, έχει δημιουργηθεί μια ανασφάλεια οικονομικής φύσεως στους επιχειρηματίες, με αποτέλεσμα αρκετοί να εγκαταλείπουν την τουριστική δραστηριότητα, αδυνατώντας να ανταποκριθούν σε μία σειρά παράλογων απαιτήσεων.

Παρακολουθούμε τα τελευταία χρόνια μια ανακολουθία στον σχεδιασμό της τουριστικής πολιτικής των κυβερνήσεων που εφαρμόζουν μια ευκαιριακή, εισπρακτική και επιζήμια πολιτική για τους μικρομεσαίους τουριστικούς επιχειρηματίες, θεσπίζοντας σειρά νόμων, που υπονομεύουν τη βιωσιμότητά τους από τα υπέρμετρα οικονομικά βάρη και τα υπεραυξημένα χαράτσια.

Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι αυτό του περιβόητου ΕΝ.ΦΙ.Α., που εξαιρεί τις δικές μας επιχειρήσεις και ΔΕΝ τις εντάσσει στα ειδικά κτίρια διότι απαιτεί η οικοδομική άδεια να έχει εκδοθεί για τουριστική χρήση. Σε περίπτωση, λοιπόν, που η άδεια έχει εκδοθεί για κατοικία τότε η επιχείρηση δε θεωρείται ξενοδοχειακή, οπότε δεν εντάσσεται στα «ειδικά κτήρια» και την ειδική φορολόγηση.

Έχουμε κάνει σειρά ενεργειών και με επιστολές ζητούμε  την παρέμβαση του υπουργού Οικονομικών για την τροποποίηση της υπουργικής απόφασης του 1997, ώστε στο εξής να λαμβάνεται υπόψη η χρήση του κτιρίου, με την προσκόμιση του ειδικού σήματος λειτουργίας της επιχείρησης. Για την άμεση επίτευξη της παραπάνω νομοθετικής ρύθμισης επιβάλλεται να ζητήσουμε τη συμπαράσταση του συνόλου των βουλευτών των περιοχών μας.

Άλλωστε, πρόκειται για κατάφορη αδικία, τα ξενοδοχειακά συγκροτήματα να πληρώνουν για τον πρώην Φ.Α.Π. που ενσωματώθηκε στον  ΕΝ.Φ.Ι.Α. 0,33 τοις χιλίοις  και οι επιχειρήσεις του κλάδου μας να πληρώνουν από 0,5 έως 2%, που σημαίνει ότι είναι αυξημένο έως και 2000%.

Τα μεγάλα ξενοδοχειακά καταλύματα άνω των 2000 Μ2 απαλλάσσονται από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α ενώ για μας και παρά τις διαβεβαιώσεις που είχαμε από κυβερνητικούς παράγοντες ότι το θέμα του ΕΝ.Φ.Ι.Α. είχε διευθετηθεί για τις επιχειρήσεις μας, δυστυχώς όχι μόνο κάτι τέτοιο στην πράξη δεν συνέβη αλλά καλούμαστε να πληρώσουμε όλα τα παραπάνω.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ :1100 μ2 = ξενοδοχείο 475 €

1100 μ2 Τουριστικό κατάλυμα = 7650 €

Καταλαβαίνετε λοιπόν την μεγάλη αδικία που επέβαλαν εις βάρος του κλάδου μας.

Για αυτό καλούμε τους αρμόδιους να βάλουν ένα τέλος στην άδικη υπερφορολόγηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, εάν θέλουν πραγματικά να στηρίξουν τους μικρούς τουριστικούς επιχειρηματίες και να μην περάσει η τουριστική εκμετάλλευση στους μεγαλοεπιχειρηματίες και στις πολυεθνικές αλυσίδες, που μέχρι σήμερα όλα τα κέρδη τους τα καταθέτουν στους φορολογικούς παραδείσους.

 

Ένα ακόμη θέμα που μας απασχολεί έντονα είναι το Ασφαλιστικό.

Η πολιτεία πριν από είκοσι χρόνια νομοθέτησε την υποχρεωτική ασφάλιση των μικρών επιχειρηματιών στον ΟΓΑ.

Οι συνάδελφοι ασφαλίστηκαν και πλήρωναν κανονικά τις εισφορές τους, ενώ πολλοί έχουν φθάσει κοντά στην συνταξιοδότηση, ώσπου το 2012, με τον παράλογο νόμο Κουτρουμάνη, ανετράπη η ασφαλιστική  πορεία χιλιάδων συναδέλφων, οι οποίοι μπαίνουν σε νέες οικονομικές περιπέτειες, στις οποίες αδυνατούν να ανταποκριθούν.

Βεβαίως, στην συνέχεια ήρθε ο νόμος 4144/13 του κυρίου Βρούτση που διόρθωσε πολλές αδικίες και απάλλαξε πολλούς συναδέλφους από την υποχρεωτική ασφάλιση στον ΟΑΕΕ, όπως τους ασφαλισμένους σε άλλα ταμεία, συνταξιούχους, επαγγελματίες αγρότες έως τα δέκα δωμάτια. Δυστυχώς, όμως, δεν υπήρξε μέριμνα για την αναδρομικότητα των χρεών που προέκυψαν από τον νόμο Κουτρουμάνη, με αποτέλεσμα ενώ οι συνάδελφοι συνέχιζαν και πλήρωναν τον ΟΓΑ, σήμερα ο ΟΑΕΕ διεκδικεί αναδρομικά, από τον Ιούλιο του 2012 έως τον Απρίλιο του 2013, αποστέλλοντας συγχρόνως λογαριασμούς πληρωμής συνδρομών προς τον οργανισμό, σε χιλιάδες ασφαλισμένους του ΟΓΑ και σε συνταξιούχους.

Πρόκειται, φυσικά, για παράνομη απαίτηση, σύμφωνα με την ερμηνεία και καθηγητών συνταγματικού δικαίου, η οποία βάζει σε οικονομική περιπέτεια χιλιάδες μικρούς επιχειρηματίες.

Αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό θέμα που επιβάλλεται άμεσα να αντιμετωπίσει το υπουργείο Εργασίας, ώστε να σταματήσουν οι ανορθόδοξες εισπρακτικές διεκδικήσεις από τον ΟΑΕΕ προς τους συναδέλφους μας.

Εμείς έχουμε ζητήσει επίσημα από το υπουργείο Εργασίας, σε περίπτωση που επιμείνουν να μεταφέρουν στον ΟΑΕΕ ασφαλισμένους του ΟΓΑ, να θεσμοθετήσουν μια νέα ασφαλιστική κατηγορία στον ΟΑΕΕ για τις εποχικά λειτουργούσες επιχειρήσεις, που τα ασφάλιστρα να μην ξεπερνούν τα 100 ευρώ το μήνα. Έτσι, όσοι ασκούν την τουριστική επιχειρηματική δραστηριότητα για τρεις ή τέσσερεις μήνες να πληρώνουν 12 μήνες επί 100 ευρώ το μήνα, δηλαδή 1200 ευρώ το χρόνο και τίποτε άλλο, καμιά άλλη ασφαλιστική επιβάρυνση, προκειμένου να μπορέσουν με τον τρόπο αυτό να παραμείνουν βιώσιμες οι επιχειρήσεις τους.

Ακόμη σε ότι αφορά θέματα που σχετίζονται με την περαιτέρω εξέλιξη του κλάδου μας, όπως είναι οι επενδύσεις, οι επιδοτήσεις, η γραφειοκρατία, τα πνευματικά δικαιώματα και το νομοθετικό πλαίσιο αδειοδότησης και λειτουργίας των επιχειρήσεών μας, γνωρίζετε ότι ως ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ προσπαθούμε να ανταποκριθούμε άμεσα σε όλα τα παραπάνω και να εξασφαλίσουμε για τα μέλη μας τις καλύτερες προϋποθέσεις, παρά το γεγονός ότι το περιβάλλον, όπως είπα, κάθε άλλο παρά θετικό είναι, όσον αφορά τις διεκδικήσεις μας.

Επίσης πρέπει να καταλάβουμε ότι η χρήση της τεχνολογίας είναι το εργαλείο που θα μας βοηθήσει και θα δώσει τη δυναμική που απαιτείται ώστε να προωθήσουμε το τουριστικό μας προϊόν πέρα από τις υπάρχουσες παραδοσιακές αγορές που έως τώρα απευθυνόμαστε, και σε νέες, εκμεταλλευόμενοι τους πολλούς τρόπους προσέγγισης και επικοινωνίας που μας προσφέρει.

Σε κάθε περίπτωση, ο κλάδος μας, που αντιπροσωπεύει το 50% του τουριστικού δυναμικού της χώρας μας, επιβάλλεται να επιβιώσει. Κάτι το οποίο καταφέρνει έως τώρα, έχοντας δυναμική παρουσία στην τουριστική αγορά, διεκδικώντας επάξια το ρόλο του σε αυτήν και σε πείσμα όλων των αντιξοοτήτων καταφέρνει να δημιουργεί τη δική του ταυτότητα και το δικό του πελατολόγιο που μένει σταθερό χρόνια τώρα.

Βέβαια με την ψήφιση του νομοσχεδίου που κατατέθηκε την περασμένη εβδομάδα στη βουλή με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, που περιλαμβάνει την  κατάργηση της διαδικασίας θεώρησης τιμών των τουριστικών καταλυμάτων της χώρας, ο φορέας μας δέχτηκε ένα ισχυρό πλήγμα καθώς η εφαρμογή του νόμου θα αφαιρέσει το μοναδικό μας έσοδο και το κυριότερο θα διαστρεβλώσει τις υγιείς συνθήκες ανταγωνισμού που ίσχυαν μέχρι  σήμερα και που τόσο σκληρά εργαστήκαμε για να εδραιωθούν στη νοοτροπία του  τουριστικού επιχειρηματία.

Η κατάργηση της διαδικασίας θεώρησης τιμών των τουριστικών καταλυμάτων της χώρας, είναι ένα βήμα προς τα πίσω όχι προς τα εμπρός όπως ίσως πιστεύει η πολιτεία γιατί θα ευνοήσει τα μέγιστα την αύξηση της παρανομίας και θα δημιουργήσει κλίμα πλήρους ασυδοσίας στην αγορά με ότι αυτό συνεπάγεται για τον τουρισμό μας.

Η ΣΕΕΔΔΕ επ’ ουδενί δε θα εγκαταλείψει τον αγώνα για την επαναφορά  στον φορέα αντίστοιχων εσόδων που θα επιτρέψουν την πραγματοποίηση των στόχων μας και γι’ αυτό είμαστε ανοιχτοί στο διάλογο με τα μέλη μας και την πολιτεία, για να βρεθεί η σωστή λύση που θα μας βγάλει από το οικονομικό μας αδιέξοδο, καθώς πιστεύουμε ότι η απουσία του φορέα μας από τον συνδικαλισμό θα δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στα μέλη μας που ίσως τώρα να μην είναι ορατά αλλά που σίγουρα θα προκύψουν στο άμεσο μέλλον.

Μέσα σε αυτό το πνεύμα πρέπει να κινηθούμε όλοι, να αποφύγουμε λάθη του παρελθόντος και να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε ενωμένοι στις διεκδικήσεις μας, που θα προσβλέπουν στο άνοιγμα νέων οριζόντων για τις επιχειρήσεις μας.

Η ΣΕΕΔΔΕ ως συνδικαλιστικός φορέας, αισιοδοξεί μέσα από το σωστό σχεδιασμό και τις καίριες παρεμβάσεις της προς την πολιτεία να γίνει το εργαλείο που θα στηρίζει και θα προωθεί όλες τις προσπάθειες των μελών της για ένα καλύτερο αύριο, για μια καλύτερη θέση στη διεθνή τουριστική αγορά.

Έχουμε ξεκινήσει μια σοβαρή προσπάθεια να αλλάξουμε τα πράγματα, να κάνουμε όσα έπρεπε να είχαν γίνει τόσα χρόνια και δεν έγιναν.

Αισιοδοξούμε ότι θα τα καταφέρουμε. Άλλωστε, έχουμε ισχυρή βούληση και εργαζόμαστε καθημερνά για το σκοπό αυτό.

Επιμέλεια: Σίσσυ Αντωνάτου

 

 

Related Posts