Αδέλφια, μια δύσκολη αλλά πολύτιμη σχέση

Οι σχέσεις που καθορίζουν πιο πολύ τη ζωή των ανθρώπων είναι αυτές που οι ίδιοι δεν τις έχουν επιλέξει ούτε τις έχουν κερδίσει, αλλά τους έχουν απονεμηθεί. Πρόκειται για δεσμούς αίματος, αλλά και για δεσμούς συναισθηματικούς και πολύ δυνατούς με την οικογένεια, τους γονείς και τα αδέλφια. Από αυτές τις σχέσεις ζωής, εκείνες που είναι μακροβιότερες και κατεξοχήν συνοδεύουν τους ανθρώπους ώσπου να γεράσουν, είναι οι σχέσεις με τα αδέλφια τους. Ουσιαστικά αποτελούν τον πιο ισχυρό δεσμό μετά από αυτόν που δημιουργείται με τους γονείς.
Γι’ αυτό, οι αδελφικές σχέσεις διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των ατόμων σε διάφορους τομείς και επηρεάζουν αποφασιστικά την πορεία της ζωής τους σε όλες τις ηλικιακές ομάδες.
Ειδικότερα, τα αδέλφια προάγουν τη γνωστική ανάπτυξη των αδελφών τους. Τα παιδιά δηλαδή, που έχουν αδέλφια κατακτούν περισσότερες γνωστικές, αλλά και μεταγνωστικές δεξιότητες και με γρηγορότερο ρυθμό, σε σύγκριση με τα μοναχοπαίδια. Από τη μια πλευρά τα μικρότερα αδέλφια εκπαιδεύονται και μαθαίνουν από ένα άτομο συνήθως κοντινής ηλικίας σε αυτά, το οποίο εμφανίζεται συχνά ως ιδιαίτερα διαθέσιμο και λειτουργεί ως πρότυπο. Τα μεγαλύτερα αδέλφια από την άλλη, καλλιεργούν τις μεταγνωστικές τους ικανότητες, καθώς εμπεδώνουν τη μάθηση μέσα από τις προσπάθειές τους να τη μεταλαμπαδεύσουν σε ένα άτομο μικρότερης ηλικίας, αποκτώντας σημαντική κοινωνική ωριμότητα από πολύ μικρή ηλικία.
Συνακόλουθα, η αδελφική σχέση αποτελεί σημαντικό φορέα κοινωνικοποίησης. Μέσα από τις άμεσες αλληλεπιδράσεις τους, τα αδέλφια μαθαίνουν να διαπραγματεύονται, να επιλύουν τις συγκρούσεις τους, να λαμβάνουν υπόψη την οπτική των άλλων. Έτσι, καθίστανται ικανά να διατηρήσουν τις σχέσεις με τους συνομηλίκους τους και όχι μόνο. Η αδελφική σχέση εμφανίζεται δηλαδή, ως ευκαιρία προκειμένου το παιδί να βιώσει και να μάθει να διαχειρίζεται τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά συναισθήματα που προκαλούνται από τον στενό δεσμό και την αλληλεπίδραση δύο ατόμων τουλάχιστον. Αναπτύσσοντας την κοινωνικότητά του, δοκιμάζει στην πράξη έννοιες και συμπεριφορές, όπως είναι η ειλικρίνεια, η υπομονή, η αγάπη, η προστασία, η συνεργασία και η αλληλοβοήθεια, γίνεται πιο προσεκτικό στο σχολείο και περισσότερο ελεγχόμενο συναισθηματικά.
Ακόμη και η ζήλια, αν δεν καταπιεστεί, μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο. Η ζήλια για τα αδέλφια θεωρείται συναίσθημα φυσιολογικό, γιατί καλούνται να μοιραστούν, παρόλο που δεν θέλουν, την αγάπη και την αγκαλιά της ίδιας μητέρας. Το μοίρασμα αυτό τα ενώνει, καθώς αισθάνονται ότι έχουν κάτι κοινό, τη γονεϊκή αγάπη και προσοχή. Έτσι, εκτός από ζήλια και ανταγωνισμό αρχίζουν να νιώθουν αγάπη. Παράλληλα, η σύγκριση των ικανοτήτων και των δυνατοτήτων μεταξύ αδελφών ενδυναμώνει τη συντροφικότητα, ιδιαίτερα όταν είναι του ιδίου φύλου -καθώς έχουν συνήθως τα ίδια ενδιαφέροντα και θεωρούν ότι οι ανησυχίες τους με το πέρασμα των χρόνων γίνονται ευκολότερα κατανοητές- χτίζει την αυτοεικόνα και ωθεί στη συνεχή καταβολή προσπαθειών για τη βελτίωση, την ανακάλυψη και την καλλιέργεια των προσωπικών τους κλίσεων.
Επομένως, η θετικότητα και οι συχνές αδελφικές αλληλεπιδράσεις παρέχουν σημαντικές πηγές συναισθηματικής στήριξης. Αν μια αδελφική σχέση χαρακτηρίζεται από υποστήριξη και φροντίδα από τον μεγαλύτερο αδελφό, κάνει τα νεότερα αδέλφια να αντιλαμβάνονται τον μεγαλύτερο αδελφό ως επιτυχημένο, ισχυρό και υποστηρικτικό. Το αποτέλεσμα είναι να έχουν λιγότερα καταθλιπτικά συμπτώματα, περιορισμένες παραβατικές συμπεριφορές και μεγαλύτερη σχολική δέσμευση.
Εκτός όμως, από την άμεση επίδραση, τα αδέλφια δύνανται να επηρεάσουν και με έμμεσο τρόπο την ανάπτυξη των αδελφών τους. Συγκεκριμένα, οι εμπειρίες των γονέων με τα μεγαλύτερα παιδιά τους, είναι πιθανόν να ασκήσουν επιρροή στις προσδοκίες και στις στρατηγικές διαπαιδαγώγησης των μικρότερων παιδιών τους. Ακόμα, η σχέση που έχουν οι εκπαιδευτικοί με τα μεγαλύτερα αδέλφια, ενδέχεται να επηρεάσει τις προσδοκίες τους ως προς την επίδοση και τη συμπεριφορά των μικρότερων αδελφών τους.
Όπως διαφαίνεται, οι σχέσεις μεταξύ των αδελφών δεν είναι μονοσήμαντες και δεδομένες. Η δομή τους μπορεί να εξαρτάται όχι μόνο από τη σειρά γέννησης, τη διαφορά ηλικίας των αδελφών και το φύλο, αλλά και από τη στάση των γονέων. Από τη μια μεριά το πρωτότοκο παιδί εκθρονίζεται από τα μικρότερα αδέλφια του και για να ξεπεράσει αυτό το τραύμα προσπαθεί να μιμηθεί τους γονείς του. Έτσι, συχνά τα μεγαλύτερα αδέλφια υιοθετούν έναν πιο αρχηγικό ρόλο και αναλαμβάνουν χρέη γονιού / δασκάλου, ενώ τα μικρότερα έχουν το ρόλο του μαθητευόμενου. Από την άλλη, οι γονείς αποτελούν σημαντικό παράγοντα διαμόρφωσης της αδελφικής σχέσης, ανεξάρτητα από τις όποιες αλληλεπιδράσεις μπορεί να υπάρχουν ανάμεσα στο παιδί και τη μητέρα ή τον πατέρα του ξεχωριστά. Επιρροή ασκούν ακόμη, τα βιώματα που είχε ο ίδιος ο γονιός ως παιδί, η σχέση με τους δικούς του γονείς και τα δικά του αδέλφια καθώς επίσης, και το πώς είναι η ζωή του γενικότερα, τη χρονική περίοδο που αποκτά παιδί. Επιπλέον, η σχέση των γονέων μεταξύ τους, αλλά και η προκατάληψή τους προς το ένα παιδί (όπως προτίμηση, καθώς το ένα παιδί μπορεί να είναι η «αδυναμία» ενός γονιού, ενώ το άλλο να βιώνεται ως «δύσκολο» στο χειρισμό του, δυσχεραίνοντας τον γονιό να δείξει την αγάπη του προς αυτό ή υψηλότερες προσδοκίες) προκαλούν ποικίλα συναισθήματα στα αδέλφια, επηρεάζουν τη μεταξύ τους επικοινωνία, αλλά και τον καθένα από τους γονείς και τη μεταξύ τους σχέση. Ακόμη και σημαντικές αλλαγές στο σύστημα της οικογένειας, που μπορεί να επέλθουν μετά από ένα διαζύγιο, αναμένεται να επηρεάσουν την αδελφική σχέση, η οποία συνήθως είναι προστατευτική κατά τη διάρκεια του χωρισμού, ενώ μετά το διαζύγιο υπάρχει μεγαλύτερη ένταση.
Έτσι, ενώ η σχέση ανάμεσα στα αδέλφια θεωρείται μία από τις στενότερες και πιο οικείες σχέσεις ενός προσώπου που έχει στην παιδική ηλικία, την εφηβεία και την ενήλικη ζωή, δε σημαίνει ότι αυτή δεν μπορεί να διαταραχθεί και να σημαδευτεί με αντιζηλία και σύγκρουση.
Οι συγκρούσεις είναι απόρροια των δυσκολιών που αντιμετωπίζει το κάθε παιδί από τη θέση που βρίσκεται. Συγκεκριμένα, το πρωτότοκο παιδί καλείται να περάσει μια δύσκολη φάση προσαρμογής. Από μοναχοπαίδι και μοναδικός αποδέκτης της προσοχής και στοργής των γονιών, ξαφνικά αποκτάει έναν «αντίζηλο», έναν αδελφό/-ή. Όχι μόνο δεν βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της προσοχής όλων, αλλά πρέπει να δείχνει χαρά και αγάπη προς το καινούριο μέλος της οικογένειας. Δεν είναι, όμως, μόνο τα πρωτότοκα αδέλφια που ζηλεύουν και νιώθουν να απειλούνται από τη γέννηση ενός αδελφού. Το νεότερο μέλος μπορεί επίσης να νιώθει πως ζει στη σκιά ενός μεγαλύτερου αδελφού ή αδελφής, καθώς λόγω ηλικίας, θεωρεί πως δεν μπορεί να κάνει τα ίδια πράγματα με εκείνα. Έτσι, τα μικρά αδέλφια ενδέχεται να αποσύρονται από κάθε είδους στόχο ή προσδοκία στη ζωή τους (αφού ο αδελφός/-ή είναι καλύτερος/-η σε όλα), ενώ κάποια άλλα να προσπαθούν με κάθε τρόπο να ξεπεράσουν το μεγαλύτερο παιδί, υπονομεύοντας τα δικά τους θέλω και τη δική τους προσωπικότητα. Μπορεί ακόμη, να εμπλέκονται σε αδελφική αντιπαλότητα σε κάθε τομέα της ζωής τους (αγάπη γονιών, δώρα γενεθλίων, επιδόσεις στο σχολείο, φίλοι και φίλες, πρώτες αγάπες), καταλήγοντας σε φιλονικίες και χειροδικία. Ουσιαστικά, κάθε αδελφική σύγκρουση επιζητά τη γονεϊκή αποδοχή και αγάπη και αποσκοπεί στην προσοχή και φροντίδα.
Κατ’ επέκταση, οι ενδεχόμενες συγκρούσεις και ο ανταγωνισμός που προκύπτει, εφόσον εκτυλίσσονται σε ένα υποστηρικτικό πλαίσιο, βοηθούν στην ανίχνευση των προσωπικών ορίων του κάθε μέλους. Γι’ αυτό, οι γονείς οφείλουν να είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι και έτοιμοι να αποδεχθούν τα πραγματικά συναισθήματα των παιδιών τους, χωρίς να μειώνουν την έντασή τους, να τα απαξιώνουν ή να καταφεύγουν στην εύκολη λύση τυπικών και ανούσιων προτάσεων («Αδέλφια είστε! Βρείτε τα», «Πρέπει να αγαπάς την αδελφή σου»). Έτσι, με τη στάση τους δύνανται να οδηγούν στην ανεύρεση στρατηγικών που συμβάλλουν στην επίλυση συγκρούσεων.
Οι γονείς προκειμένου να διδάξουν στα παιδιά τους τον τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους, χρειάζεται :
– Να ακούνε την άποψη του κάθε παιδιού. Τηρώντας όσο το δυνατόν ουδέτερη στάση με τα σχόλιά τους, να μην επιρρίπτουν τις ευθύνες σε ένα μόνο παιδί. Αντιθέτως, καθοδηγώντας τα με λόγια, όπως: «Ποια είναι η λύση που θα ικανοποιήσει και τους δύο;» και δείχνοντας ότι είναι διατεθειμένοι να τα βοηθήσουν, τα μυούν στη διαδικασία επίλυσης των διαφορών τους. Εάν ωστόσο, τα παιδιά αρνούνται να εμπλακούν, τα κρατούν χωριστά μέχρι να είναι πρόθυμα να βρουν μία από κοινού λύση.
– Διαπραγμάτευση. Να αφήνουν τα παιδιά να επιλύουν τα προβλήματα μόνα τους. Σε αυτό βοηθά η ενθάρρυνση για διαπραγμάτευση και λήψη αποφάσεων για μερικές καταστάσεις, εκ των προτέρων. Έτσι, τα παιδιά διδάσκονται πώς να λύνουν τα προβλήματά τους και αναπτύσσουν μακροπρόθεσμα μια σημαντική ικανότητα ζωής.
– Απόσπαση της προσοχής. Όταν η διαπραγμάτευση μοιάζει αδύνατη ή όταν τα παιδιά είναι πάρα πολύ μικρά σε ηλικία για να διαπραγματευτούν, τότε προκειμένου να λήξει η σύγκρουση, να αποσπούν την προσοχή τους, προτείνοντας άμεσες επιλογές (όπως: «Ποιος θέλει να πάει βόλτα;» ή «Ποιος θέλει να βοηθήσει στο μαγείρεμα;» ή «Ποιος μπορεί να μαντέψει τι ώρα θα έρθει ο μπαμπάς;»). Μπορούν επίσης, να χρησιμοποιούν το χιούμορ, όταν η συμπεριφορά των παιδιών δεν εμπνέει ανησυχία ή φαίνεται αστεία ή να τα χωρίζουν για να ηρεμήσουν κατά τη διάρκεια του μοναχικού παιχνιδιού τους.
– Να χρησιμοποιούν «διαλείμματα»: Αφού τα παιδιά ηρεμήσουν σε διαφορετικά σημεία του σπιτιού, οι γονείς με συζήτηση να επιδιώξουν την ανεύρεση λύσης από κοινού. Δεν χρειάζεται να αναζητούν απάντηση στο ερώτημα «Ποιος το έκανε;» ή «Ποιος άρχισε πρώτος;».
– Αντιστροφή ρόλων. Αν η ηλικία των παιδιών το επιτρέπει, να προτείνουν στα παιδιά να «ανταλλάξουν ρόλους», για να μπορέσουν να μπουν στη θέση του άλλου. Το να δουν πώς μπορεί να νιώθει ο αδελφός ή η αδελφή τους, πολλές φορές συμβάλλει στην επίλυση της σύγκρουσης και την αποφόρτιση της έντασης.
– Απομάκρυνση της πηγής σύγκρουσης. Εάν ένα ιδιαίτερο στοιχείο, για παράδειγμα κάποιο παιχνίδι φαίνεται να είναι η αιτία της σύγκρουσης, οι γονείς το απομακρύνουν για ένα διευκρινισμένο χρονικό διάστημα.
– Συνέπειες. Τα παιδιά πρέπει να καταλάβουν ότι οι ενέργειές τους φέρνουν τις συνέπειες. Οι συνέπειες όμως, δεν πρέπει να συγχέονται με τη δωροδοκία.
– Διευκρίνιση. Πολλοί γονείς χρησιμοποιούν ασαφείς φράσεις (όπως «Παίξτε όμορφα», «Σταματήστε», «Να είστε καλά παιδιά»), χωρίς να επεξηγούν τι περιμένουν από εκείνα («Εάν πρόκειται να παίξετε μαζί, περιμένω ότι θα μιλάτε όσο μπορείτε καλά ο ένας στον άλλο»). Δεν μπορούν να αναγκάσουν τα παιδιά τους να νιώσουν αγάπη το ένα για το άλλο, μπορούν όμως, να ενθαρρύνουν τη συνεργασία.
Τι μπορούν οι γονείς να κάνουν καθημερινά;
Καθημερινά, οι γονείς μπορούν να κάνουν μικρά πράγματα που συμβάλλουν στη μείωση του ανταγωνισμού μεταξύ των αδελφών. Φυσικά, τέτοια συναισθήματα πάντα προκύπτουν σε τόσο κοντινές σχέσεις και η επιθυμία των γονιών για μια σχέση μεταξύ αδελφών χωρίς καμία απολύτως σύγκρουση σπάνια πραγματοποιείται. Ειδικότερα:
– Να αποφεύγουν τις «ταμπέλες» (ο αφηρημένος, ο αθλητής, ο τεμπέλης, ο έξυπνος, ο τρελός, ο θαρραλέος, ο καλός). Ακόμη και οι θετικές ετικέτες μπορεί να περιορίσουν ένα παιδί σε ένα στενό ρεπερτόριο συμπεριφορών, καθώς και να προκαλέσουν τη ζήλια των αδελφών του. Τα παιδιά μεγαλώνοντας, τείνουν πολλές φορές να «δικαιώνουν» την ταμπέλα που τους έχει δοθεί, μετατρέποντάς τη σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Επίσης, τα αδέλφια συχνά χρησιμοποιούν τις ταμπέλες για να πειράξουν το ένα το άλλο.
– Να προστατεύουν τα μικρότερα αδέλφια από καταστάσεις στις οποίες λόγω ηλικίας, δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν. Τα πιο μικρά παιδιά θέλουν συχνά να ανταγωνιστούν με τα μεγαλύτερα αδέλφια τους σε διάφορες δραστηριότητες, κάτι το οποίο μπορεί να είναι πολύ απογοητευτικό αν το συνεχίσουν. Να βοηθήσουν το νεαρότερο παιδί να κατανοήσει ότι όταν θα είναι μεγαλύτερο σε ηλικία, θα είναι σε θέση να κάνει τα πράγματα που επιθυμεί να κάνει τώρα/τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
– Να ζητούν τη βοήθεια των μεγαλύτερων παιδιών τους. Τα μικρότερα παιδιά συχνά θαυμάζουν τα μεγαλύτερα τους αδέλφια. Οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν και τις δύο πλευρές να αναπτύξουν έναν ισχυρό δεσμό, προτείνοντας στο μεγαλύτερο παιδί να διδάξει κάτι στο μικρότερο. Και τα δύο παιδιά κερδίζουν: το μεγαλύτερο παιδί παίρνει την ικανοποίηση «διδάσκοντας» το μικρότερο και το μικρότερο ικανοποιείται μαθαίνοντας κάτι καινούριο.
– Να προστατεύουν τον ζωτικό χώρο του μεγαλύτερου παιδιού. Να μην περιμένουν δηλαδή, το μεγαλύτερο παιδί τους να επιτρέπει στο μικρότερο να παίζει πάντα μαζί του ή να κάνουν μεταξύ τους παρέα συνεχώς. Να βεβαιωθούν ότι διαφυλάσσεται ο προσωπικός χώρος του μεγαλύτερου, παίρνοντας το μικρότερο παιδί μαζί τους σε ένα άλλο δωμάτιο ή δίνοντάς του ένα παιχνίδι για να παίξει. Μάλιστα, η αφιέρωση χρόνου στο κάθε παιδί ξεχωριστά, θεωρείται αναγκαία προκειμένου να μην αισθάνεται το καθένα παραγκωνισμένο. Έτσι, η μαμά με το πρωτότοκο παιδί, ο μπαμπάς με το μικρότερο και το αντίστροφο φροντίζουν να προγραμματίζουν σε εβδομαδιαία βάση βόλτες ή κοινές δράσεις.
– Να θέτουν τους κανόνες και τα όρια. Κάθε γονέας έχει διαφορετικές απόψεις σχετικά με το πόσο και μέχρι ποιο σημείο επιτρέπονται οι καυγάδες, οι φωνές και πόσο σημαντική είναι η ευγένεια και η εκτίμηση μεταξύ αδελφών. Ως γονείς, αφού μιλήσουν μεταξύ τους και καταλήξουν σε έναν κοινό κώδικα, να επικοινωνήσουν στα παιδιά τους με απλό, ρεαλιστικό και κατανοητό τρόπο τις προσδοκίες τους από αυτά (για παράδειγμα δεν χτυπάμε, δεν βρίζουμε). Έτσι, θα μπορούν να επιβάλουν με συνέπεια και συνοχή τις συνέπειες.
– Να μην αναπολούν τα δικά τους επιτεύγματα. Εάν ένας γονέας ήταν άριστος ως παιδί σε κάτι (μάθημα, άθλημα, μουσικό όργανο) με το οποίο ασχολείται το παιδί του, είναι σημαντικό να είναι προσεκτικός στον τρόπο με τον οποίο μοιράζεται αυτές τις αναμνήσεις. Το παιδί μπορεί να σκεφτεί ότι πρέπει να ανταγωνιστεί τον γονιό του ή να γίνει τόσο καλό όσο ήταν εκείνος. Εξάλλου, όταν τα παιδιά νιώθουν ότι χρειάζεται να ανταγωνιστούν έναν γονέα, οι σχέσεις με τα αδέλφια τους γίνονται συχνά επίσης, ανταγωνιστικές, κάτι το οποίο μπορεί να οδηγήσει στη σύγκρουση.
– Να υποστηρίζουν τα παιδιά τους στα ταλέντα τους, αλλά και να τα βοηθούν να ανακαλύψουν τις κλίσεις και τα ταλέντα τους. Λέγοντας στα παιδιά τους ότι είναι υπερήφανοι, είναι σημαντικό, αλλά όχι και αρκετό από μόνο του. Χρειάζεται να δείχνουν έμπρακτα την υπερηφάνειά τους, συμμετέχοντας πιο ενεργά στις δραστηριότητες των παιδιών τους (παιχνίδια, προπονήσεις, θεατρικές παραστάσεις και γιορτές) και παράλληλα οφείλουν να τα παρατηρούν, προκειμένου να συμβάλουν στην ανάδειξη των κλίσεών τους.
– Να μην προβαίνουν σε συγκρίσεις («Θα ήθελα να είσαι περισσότερο όπως ο/η…»), ειδικά αν αυτές αφορούν συγκεκριμένη δραστηριότητα, στην οποία τα ίδια δεν τα καταφέρνουν καλά («Δεν είναι ο αδελφός σου πάρα πολύ καλός στα μαθηματικά;» ή «Η αδελφή σου πρόκειται να γίνει αστέρι στο τένις»), καθώς το παιδί σκέφτεται ότι τα πράγματα στα οποία είναι καλό, δεν είναι αρκετά σημαντικά για τους γονείς του, ενώ αισθάνεται ζήλια, η οποία κατά κύριο λόγο οδηγεί σε καυγάδες μεταξύ των αδελφών. Γι’ αυτό, αντί της σύγκρισης, να επαινούν κάθε παιδί για τις μοναδικές δυνατότητές του.
– Να ενθαρρύνουν την ομαδικότητα και τη συνοχή της οικογένειας, προκειμένου να ψυχαγωγηθούν ως σύνολο, με τη διοργάνωση κοινών οικογενειακών δράσεων και την ανεύρεση κοινών ασχολιών και ενδιαφερόντων. Ενδεικτικά, ένα οικογενειακό δείπνο μπορεί να γίνει ιδιαίτερα διασκεδαστικό με τη συμμετοχή των παιδιών, ένα επιτραπέζιο παιχνίδι μπορεί να ενισχύσει τους δεσμούς, ενώ η πιο υψηλή ένταση στη μουσική μπορεί να δημιουργήσει ένα οικογενειακό πάρτι.
Ολοκληρώνοντας, η ύπαρξη αδελφών θεωρείται εξαιρετικά σημαντική στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου. Παρά το σοκ του εκθρονισμού, που πιθανόν να αισθανθούν τα παιδιά κατά την έλευση του νέου μέλους στην οικογένεια, η σχέση που θα αναπτυχθεί κατόπιν μεταξύ των αδελφών είναι καθοριστική. Η δυνατή αυτή αδελφική σχέση θα ενισχύσει αφενός την ανάπτυξη της κοινωνικοποίησης και αφετέρου τη διαχείριση της επιθετικότητας και των συγκρούσεων με την υιοθέτηση εποικοδομητικών στρατηγικών, προετοιμάζοντας το παιδί για την ενήλικη ζωή.

Μαριέττα Κεφαλά
Εκπαιδευτικός ΠΕ02 ΕΑΕ
ΚΕΔΔΥ / ΚΕΣΥ Κεφαλληνίας

 

Related Posts

LEAVE A COMMENT

Make sure you enter the(*) required information where indicated. HTML code is not allowed