Σε ποιες περιπτώσεις δεν κάνει να παίρνετε κολχικίνη

Τα μακροχρόνια (προφυλακτικά) θεραπευτικά σχήματα της στοματικής κολχικίνης αντενδείκνυνται απολύτως σε άτομα με προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια (συμπεριλαμβανομένων εκείνων που βρίσκονται σε αιμοκάθαρση).
Περίπου 10-20 τοις εκατό μιας δόσης κολχικίνης εκκρίνεται αμετάβλητη από τα νεφρά. Δεν απομακρύνεται με την αιμοκάθαρση. Η σωρευτική τοξικότητα προκαλεί σοβαρή νευρομυοπάθεια, με προοδευτική εμφάνιση κεντρικής αδυναμίας, αυξημένη κρεατινική κινάση (CPK) και αισθητικοκινητική πολυνευροπάθεια. Η τοξικότητα στην κολχικίνη μπορεί να ενισχυθεί από την ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων που μειώνουν τη χοληστερόλη.

Δυσμενείς επιδράσεις κολχικίνης
Θάνατος μπορεί να επέλθει σε υπερβολική δόση κολχικίνης. Οι τυπικές παρενέργειες των μέτριων δόσεων είναι οι γαστρεντερικές διαταραχές, η διάρροια και η ουδετεροπενία. Οι υψηλές δόσεις μπορούν, επίσης, να βλάψουν το μυελό των οστών, να οδηγήσουν σε αναιμία και να προκαλέσουν απώλεια μαλλιών. Όλες αυτές οι παρενέργειες μπορεί να προκύψουν από την αναστολή της μίτωσης, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει νευρομυϊκή τοξικότητα και ραβδομυόλυση.

Τοξικότητα κολχικίνης
Η δηλητηρίαση από κολχικίνη με υπερβολική δόση (εύρος οξείας δόσης 7 έως 26 mg) αρχίζει με μια γαστρεντερική φάση που εμφανίζεται 10-24 ώρες μετά την κατάποση, ακολουθούμενη από δυσλειτουργία πολλαπλών οργάνων που εμφανίζεται 24 ώρες έως 7 ημέρες μετά την κατάποση. Το προσβεβλημένο άτομο παθαίνει πολυοργανική ανεπάρκεια είτε ανακάμπτει μετά από αρκετές εβδομάδες. Η κολχικίνη μπορεί να είναι τοξική κατά την κατάποση, την εισπνοή ή την απορρόφηση από τα μάτια. Η κολχικίνη μπορεί να προκαλέσει προσωρινή θόλωση του κερατοειδούς και να απορροφηθεί στο σώμα, προκαλώντας συστηματική τοξικότητα. Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας της κολχικίνης αρχίζουν 2 έως 24 ώρες μετά την κατάποση της τοξικής δόσης και περιλαμβάνουν καύσο στο στόμα και στο λαιμό, πυρετό, έμετο, διάρροια και κοιλιακό άλγος. Αυτό μπορεί να προκαλέσει υπογκαιμικό σοκ λόγω ακραίων αγγειακών βλαβών και απώλειας υγρών μέσω του γαστρεντερικού σωλήνα, γεγονός που μπορεί να είναι θανατηφόρο.
Εάν ο προσβεβλημένος άνθρωπος επιβιώσει από τη γαστρεντερική φάση τοξικότητας, μπορεί να εμφανίσει πολυοργανική ανεπάρκεια. Προκαλείται νεφρική βλάβη, η οποία προκαλεί χαμηλή παραγωγή ούρων και αιματηρά ούρα. Ο χαμηλός αριθμό λευκών αιμοσφαιρίων μπορεί να διαρκέσει αρκετές ημέρες. Ακόμη, υπάρχει αναιμία, μυϊκή αδυναμία, ηπατική ανεπάρκεια, ηπατομεγαλία, καταστολή του μυελού των οστών, θρομβοπενία, και προοδευτική παράλυση που οδηγεί σε δυνητικά μοιραία αναπνευστική ανεπάρκεια. Νευρολογικά συμπτώματα, επίσης, υπάρχουν, όπως, επιληπτικές κρίσεις, σύγχυση και παραλήρημα. Τα παιδιά μπορεί να εμφανίσουν ψευδαισθήσεις. Η ανάκτηση μπορεί να ξεκινήσει μέσα σε έξι έως οκτώ ημέρες και ξεκινά με την ανάκαμψη του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων και της αλωπεκίας, καθώς, οι λειτουργίες των οργάνων επιστρέφουν στο φυσιολογικό.
Η μακροχρόνια έκθεση σε κολχικίνη μπορεί να οδηγήσει σε τοξικότητα, ιδιαίτερα του μυελού των οστών, των νεφρών και των νεύρων. Οι επιδράσεις της μακροχρόνιας τοξικότητας στην κολχικίνη περιλαμβάνουν την ακοκκιοκυτταραιμία, τη θρομβοκυτταροπενία, τον χαμηλό αριθμό λευκών αιμοσφαιρίων, την απλαστική αναιμία, την αλωπεκία, το εξάνθημα, την πορφύρα, τη φυσαλιδώδη δερματίτιδα, τη νεφρική βλάβη, την περιφερική νευροπάθεια και τη μυοπάθεια. Δεν υπάρχει γνωστό ειδικό αντίδοτο για την κολχικίνη, αλλά σε περίπτωση υπερδοσολογίας χρησιμοποιείται υποστηρικτική φροντίδα. Στην άμεση περίοδο μετά από υπερδοσολογία, γίνεται παρακολούθηση για γαστρεντερικά συμπτώματα, καρδιακές αρρυθμίες και αναπνευστική καταστολή. Μπορεί να απαιτηθεί γαστρεντερική απολύμανση με ενεργό άνθρακα ή πλύση στομάχου.

Μηχανισμός τοξικότητας της κολχικίνης
Σε υπερβολική δόση, η κολχικίνη γίνεται τοξική ως επέκταση του κυτταρικού μηχανισμού δράσης της μέσω σύνδεσης με την τουμπουλίνη. Τα κύτταρα που επηρεάζονται έτσι υποβάλλονται σε μειωμένη συσχέτιση πρωτεϊνών με μειωμένη ενδοκυττάρωση, εξωκυττάρωση, κυτταρική κινητικότητα και διακόπτεται η λειτουργία και των καρδιακών κυττάρων, με αποκορύφωμα την πολυοργανική ανεπάρκεια. Οι περισσότερες περιπτώσεις τοξικότητας στην κολχικίνη εμφανίζονται σε ενήλικες. Πολλά από αυτά τα ανεπιθύμητα συμβάντα προκύπτουν από τη χρήση ενδοφλέβιας κολχικίνης.

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα
Η κολχικίνη αλληλεπιδρά με τον μεταφορέα της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης και το ένζυμο CYP3A4 που εμπλέκεται στο μεταβολισμό φαρμάκων και τοξινών. Οι θανατηφόρες αλληλεπιδράσεις φαρμάκων εμφανίζονται όταν χορηγείται κολχικίνη με άλλα φάρμακα που αναστέλλουν την Ρ-γλυκοπρωτεΐνη και το CYP3A4, όπως η ερυθρομυκίνη ή η κλαριθρομυκίνη! Τα άτομα που λαμβάνουν αντιβιοτικά, όπως οι μακρολίδες, η κετοκοναζόλη ή η κυκλοσπορίνη ή εκείνα που πάσχουν από ηπατική ή νεφρική νόσο δεν πρέπει να λαμβάνουν κολχικίνη, καθώς αυτά τα φάρμακα και οι παθήσεις παρεμβαίνουν στον μεταβολισμό της κολχικίνης και αυξάνουν τα επίπεδα του αίματος, αυξάνοντας και την τοξικότητά της. Τα συμπτώματα της τοξικότητας περιλαμβάνουν γαστρεντερικές διαταραχές, πυρετό, μυϊκό πόνο, χαμηλά επίπεδα λευκών αιμοσφαιρίων και ανεπάρκεια οργάνων. Τα άτομα με HIV / AIDS που λαμβάνουν atazanavir, darunavir, fosamprenavir, indinavir, lopinavir, nelfinavir, ritonavir ή saquinavir εμφανίζουν τοξικότητα στην κολχικίνη. Ο χυμός γκρέιπφρουτ και οι στατίνες μπορούν, επίσης, να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις κολχικίνης.

Κλεοπάτρα Ζουμπουρλή
Μοριακή Βιολόγος

Related Posts

LEAVE A COMMENT

Make sure you enter the(*) required information where indicated. HTML code is not allowed