«Σβησμένα και ενεργά» έθιμα της Πρωτοχρονιάς στην Κεφαλονιά

Με τη λέξη έθιμο, λέγεται η κοινή συνήθεια μιας κοινωνικής ομάδας που προέρχεται και τηρείται από παράδοση, συγχρόνως δε ρυθμίζει τις εκδηλώσεις της ομάδας αυτής. Μάλιστα, το έθιμο, είναι βαθιά ριζωμένο στη λαϊκή ψυχή και η εκδήλωσή του βρίσκεται ανάμεσα στη συνήθεια, τη μόδα και το νόμο.
Έχει δε η εθιμική πράξη τη δύναμη να ασκεί απόλυτη και μόνιμη εξουσία πάνω στο κοινωνικό σύνολο, συντελώντας επιπλέον στην κάθε μορφή χαρακτήρα όπως στον θρησκευτικό, φυλετικό και κοινωνικό. Το έθιμο έχει δύναμη επιβολής λόγω του ηθικού εξαναγκασμού που επιβάλλει στα άτομα να συμμορφώνονται με τους άγραφους κανόνες της εκτέλεσης του. Τα έθιμα και οι νόμοι τους είναι άγραφα στοιχεία και μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά μαζί με τη γλώσσα και τη θρησκεία και στην πορεία του χρόνου, αλλάζουν, τροποποιούνται, «μεταλλάσσονται», χάνονται, γεννιούνται νέα, ξεχνιόνται τα παλιά. Όλες αυτές οι μεταβολές είναι κατά συνέπεια φυσική εξέλιξη, λόγω που οι κοινωνικές δομές -οι κατ’ εξοχήν φορείς των εθίμων-, αλλάζουν και εξελίσσονται, «παρασέρνοντας» τους άγραφους εθιμικούς κοινωνικούς νόμους. Τα έθιμα διαιρούνται σε δύο βασικές ομάδες: τα κοινωνικά και τα θρησκευτικά. Στα πρώτα ανήκουν τα έθιμα που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ των κοινωνικών τάξεων και είναι τα έθιμα που αναφέρονται στη φιλοξενία, ανταλλαγή ευχών κλπ. Στα δεύτερα ανήκουν τα σχετικά με τη λατρεία του Θεού. Ο διαχωρισμός αυτός όμως δεν είναι απόλυτος, γιατί πολλά έθιμα ανήκουν και στις δύο κατηγορίες.
Η κεφαλληνιακή παράδοση σε όλες τις εκφράσεις της ζωής και της καθημερινότητας έχει πλήθος από εθιμικές πράξεις, που είναι ονομαστές και μάλιστα ρυθμίζουν, όπως σε κάθε τόπο, το χαρακτήρα και τη νοοτροπία του κοινωνικού μας συνόλου, καθώς το άκουσμα και τη φήμη της περιοχής μας. Βέβαια, στη λαογραφία δεν υφίσταται «χάθηκε ή τροποποιήθηκε ένα έθιμο», γιατί απλούστατα η κάθε εποχή τροποποιεί ότι παλαιότερο βρήκε και πορεύεται με τα δικά της χαρακτηριστικά, που όλο και εξελίσσονται καθημερινά. Δηλαδή, το έθιμο εξελίσσεται και ακολουθεί την εξέλιξη της ανθρωπότητας. Ο διαχωρισμός που γίνεται σε αυτό το άρθρο, στα έθιμα του κεφαλονίτικου Δωδεκαήμερου, σε αυτά που χάθηκαν και σε αυτά που διατηρούνται, γίνεται επειδή συνέβησαν και συμβαίνουν απότομες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές, οι οποίες συνετέλεσαν και συντελούν στη μεταβολή των εθίμων, καθώς και σε κοσμοϊστορικά γεγονότα, όπως ο σεισμός του 1953, της μετανάστευσης, της ραγδαίας τεχνολογικής εξέλιξης, που επηρεάζουν τη ζωή μας άρδην.

Καλικάτζαροι
Ξεκινώντας την αναφορά πρώτα από τους Καλικάτζαρους, τα Παγανά όπως τα λέμε στο νησί μας, πρόκειται για παραδόσεις με πανελλήνιο χαραχτήρα, οι παλαιότεροι Κεφαλλονίτες πίστευαν την ύπαρξη αυτών των «δαιμονικών ζιζάνιων», που με τη μορφή λυκάνθρωπων ή μαγισσών, ενοχλούσαν τους χριστιανούς, γι’ αυτό έπαιρναν τις κατάλληλες προφυλάξεις από αυτά. Το φύλαγμα των φαγητών, το πλύσιμο των οικιακών σκευών πριν σουρουπώσει, και το μπάσιμο τους νωρίς μέσα στην κύρια οικία ήταν απαραίτητο για να μη μαγαριστούν από τους καλικάτζαρους. Βέβαια, ήταν άλλη η δομή των οικιών και των κοινωνικών καταστάσεων πριν από λίγες δεκαετίες. Φτώχεια πολλή, σκληρά χρόνια και τα μαγειριά των σπιτιών τις περισσότερες φορές πρόχειρα, κάτω από τσίγκους, εκτεθειμένα σε ανοικτό χώρο, λίγο απόμακρα από την οικία και γι’ αυτό δεν έπρεπε σύμφωνα με το έθιμο να αφήνουν κατά το Δωδεκαήμερο τα αγγειά έξω να τα μολύνουν τα παγανά. Επίσης, να μην βγαίνουν έξω τη νύκτα, ιδίως οι άνδρες, που γυρνούσαν από τις ταβέρνες, γιατί με την έλευσή τους στο σπίτι πίστευαν πως έμπαιναν και τα παγανά μαζί τους, γι’ αυτό άναβαν φωτιά πριν μπουν για να εξορίσουν το κακό.
Πριν τον σεισμό οι περισσότερες οικίες είχαν τον καπνοδόχο τους, «ο φουγάρος» και για να μην μπούνε τα παγανά από αυτό το σημείο στο σπίτι, οι νοικοκυρές έβαζαν στο άνοιγμα του καπνοδόχου μια κρησάρα, (κόσκινο) η οποία τα εμπόδιζε να περάσουν. Μάλιστα λένε πως τα παγανά ασχολούνταν να μετρήσουν τις τρύπες του κόσκινου, αλλά μπερδεύονταν ή δεν μπορούσαν να πουν το «τρία» και έχαναν την ώρα τους. Τα παγανά και όλες αυτές οι ιστορίες τους και άλλα πολλά τέτοια, σήμερα τα περιγελούμε ή τα έχουμε ξεχασμένα, γιατί, απλά άλλαξαν οι κοινωνικές καταστάσεις και η μόρφωση έγινε κτήμα περισσότερων ανθρώπων. Παρόλα ταύτα το έθιμο της προστασίας από τα παγανά διατηρείται μέσα στη συνήθεια να «σφραγίζουμε» τις πόρτες, σημαδεύοντας το ανώφλι μας με το σημείο του σταυρού με ένα αναμμένο κερί για να διώχνουμε το κακό μακριά. Πίσω από όλες αυτές τις δεισιδαιμονίες, άσχετα αν είναι ιστορικές ή μεταφυσικές κρύβεται η παλιά αγωνία του ανθρώπου για τα σκοτάδια, για το χειμώνα.

Το ψωμί της Πρωτοχρονιάς
Κατά την περίοδο του Δωδεκαημέρου, όπως αυτό ορίζεται μέσα από τις τρεις μεγάλες εορτές του, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και Φώτα, κοσμούσαν τα εορταστικά τραπέζια, άρτοι με διαφορετικά σχήματα στο πάνω μέρος τους, που ήταν φτιαγμένα, έτσι ώστε να ταιριάζουν στην ημέρα και να τονίζουν την τελετουργία του τραπεζιού. Στην κεφαλλονίτικη λαογραφία τα ψωμιά των τριών μεγάλων εορτών του Δωδεκαήμερου ήταν διαφορετικά σε σχήματα. Η αγιοβασιλίτσα, το ψωμί της πρωτοχρονιάς, ήταν μια κουλούρα, που έμοιαζε σαν τροχός και διαγώνια της υπήρχε ένας μεγάλος σταυρός. Σήμερα δεν γίνονται στο νησί μας οι τύποι των παλιών κεφαλονίτικων άρτων κατά την περίοδο του Δωδεκαημέρου, αλλά παρουσιάζεται και πωλείται στα ράφια των αρτοποιείων ένας τύπος για τις τρεις εορτές, αυτός που μοιάζει σαν μεγάλο καρβέλι, κοσμημένο πάνω με ένα μεγάλο Χ, με γυρισμένες τις άκρες του. Επίσης, οι φουρναραίοι φτιάχνουν έναν ακόμη τύπο εορταστικού άρτου που φαίνεται πως η διακόσμησή του έχει στοιχεία από παλαιότερον. Δηλαδή κοσμούν την επιφάνεια του μεγάλου καρβελιού με ημικύκλια, ώστε να σχηματίζουν ένα λουλούδι, ένα τριαντάφυλλο.

Τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα
Τα κεφαλονίτικα κάλαντα, των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς δεν έχουν χαθεί από τη ζωή των Κεφαλλήνων. Παρουσιάζουν από τόπο σε τόπο μεγάλη ποικιλία διαφορετικών στίχων, ιδιαίτερα το μέρος με τα ευχετήρια, στα οποία οι μικροί καλανταδόροι, πρόσθεταν και κάτι καινούργιο και επαινετικό για τον κάθε νοικοκύρη με σκοπό να του αποσπάσουν μεγαλύτερο φιλοδώρημα. Στα σημερινά κάλαντα τα οποία έχουν στοιχεία από τα παλιά, τραγουδιούνται σήμερα κυρίως από τα παιδιά αλλά και από χορωδίες του τόπου μας και μας σκορπίζουν χαρά. Ο ρυθμός τους είναι σαν πεταχτή μαζούρκα και μάλιστα όταν τις φωνές συνοδεύουν τα μαντολίνα, κιθάρες και τα τρίγωνα, ευχαριστιέσαι να τα ακούς. Επίσης, τα Αργοστολιώτικα κάλαντα είναι διαφορετικά από τα Ληξουριώτικα, αλλά και τα δυο κοντινά μοτίβα τραγουδιούνται πολυφωνικά και επτανησιακά.

Λοταρίες και παιχνίδια
Έχουν αλλάξει οι τρόποι της παλιάς λοταρίας, ενώ διατηρείται η χαρτοπαιξία, πράξεις που γίνονταν μέσα στο Δωδεκαήμερο, λόγω του ερχομού του Νέου Έτους, που ο καθένας ήθελε να είναι τυχερός για να του πάει καλά η χρονιά. Επίσης, έχει ξεχαστεί ολοκληρωτικά το πατροπαράδοτο έθιμο του φαγητού της Πρωτοχρονιάς, που ήταν η Πουτρίδα, δηλαδή χοιρινό κρέας με κάβολε (κουνουπίδι) ή μάπα (λάχανο) ή γουλί στην κατσαρόλα. Την ώρα του φαγητού έκοβαν τη βασιλίτσα κι έτρωγαν λίγα κλωνιά ρόδι για το καλό. Τα παιδιά γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και προσφέρουν έναντι αμοιβής τις αγιοβασιλίτσες, (το φυτό αγριοκρεμμύδα- ασκινικάρα ή ασκυλοκάρα), που συμβολίζει το ξαναγέννημα της φύσης και του χρόνου. Επίσης, διατηρούμε τα έθιμα του καλού ποδαρικού, του μποναμά και αποφεύγουμε να δανείζουμε χρήματα σε εορτάσιμες μέρες, καθώς και να μην κλάψουμε, να μη στενοχωρηθούμε, αλλά να κάνουμε κάτι καλό ή κάποια καλή εργασία για να μας τρέχει καλά όλο το χρόνο. Την Πρωτοχρονιά τα παιδιά έπαιζαν στη γειτονιά διάφορα παιχνίδια, δηλαδή το δικό τους τζόγο, με δεκάρες και δραχμές. Παιχνίδια τα οποία έχουν ξεχαστεί ολότελα, όπως: το πατρινό, το τοιχάκι, το πίτσι, το κάρφωμα του πορτοκαλιού, που όποιος ήξερε να ρίξει καρφωτό το φράγκο του και να τρυπήσει το πορτοκάλι με την πρώτη, το έπαιρνε δικό του.

Ευχετήριες πράξεις για καλή οικονομία στη ζωή του χωριού
Στα χωριά έδιναν μεγάλη σημασία στα πουλερικά, στην πτηνοτροφία και γενικά στην αξία των ζώων τους, και αυτό, γιατί αποτελούσαν τη βάση για την οικιακή οικονομία. Έτσι απαιτούσαν από τους ξένους που επισκέπτονταν το σπίτι, να πούνε σε αυτές τις χρονιάρες μέρες την ευχή: «Αυγά, πουλιά, όλο κιου, και κανένα κλου». Δηλαδή να βγουν πολλά κλωσσόπουλα και τα αυγά να μην είναι ποτέ κλούβια. Ακόμη, όταν ερχόταν η Πρωτοχρονιά, η νοικοκυρά που είχε άνδρα τσοπάνη έβγαινε από το σπίτι για να τον συναντήσει στη στάνη και να του πάει μια καλοζυμωμένη βασιλίτσα και κρασί και αυτός με τη σειρά του την έσπαγε πάνω στα κέρατα του κριαριού ή του τράγου λέγοντας: «Χίλια χρόνια, χίλια γίδια ή χίλια πρόβατα». Αυτά τα δυο έθιμα που στήριζαν τη χωριάτικη ζωή, έχουν οριστικά εκλείψει και έχουν παραμείνει αναμνήσεις στα βιώματα των παλαιοτέρων.

Γεράσιμος Σωτ. Γαλανός

Related Posts

LEAVE A COMMENT

Make sure you enter the(*) required information where indicated. HTML code is not allowed